Προληπτικός καρδιολογικός έλεγχος των αθλουμένων νέων

Συχνά ακούμε από τα μέσα ενημέρωσης για αθλητές οι οποίοι χάνουν τη ζωή τους στο γήπεδο, χωρίς να προηγηθεί κάποιος τραυματισμός ή ατύχημα, αλλά και χωρίς να υπάρξει κάποιο προειδοποιητικό σημείο ή σύμπτωμα που θα ανάγκαζε τον άτυχο αθλητή να ζητήσει ιατρική βοήθεια. Απλά λέμε ότι η καρδιά του σταμάτησε και αφηνόμαστε ανυπεράσπιστοι στο δέος της τραγωδίας που έπληξε έναν νέο και κατά τα φαινόμενα υγιή άνθρωπο. Συγχρόνως μας βασανίζουν πολλά ερωτήματα και κυρίως η αγωνία του αν τέτοια δυστυχήματα θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί. Πράγματι, αν ο άτυχος αθλητής είχε υποβληθεί νωρίτερα σε καρδιολογικό έλεγχο και είχε διαπιστωθεί καρδιοπάθεια, το κακό θα είχε αποφευχθεί είτε με τη διακοπή της ενασχόλησης του με τον αθλητισμό, είτε με προσανατολισμό σε χαμηλότερης έντασης αθλήματα.

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ο προληπτικός έλεγχος των αθλουμένων νέων δεν είναι καθιερωμένος θεσμός στη χώρα μας. Παράλληλα, το πρόβλημα του αιφνίδιου θανάτου νέων αθλητών είναι υπαρκτό και, ίσως, μεγαλύτερο από όσο φαίνεται, μια και οι περιπτώσεις που φθάνουν στη δημοσιότητα αφορούν κυρίως επαγγελματίες αθλητές και όχι τόσο τους νέους που ασχολούνται ερασιτεχνικά. Η λύση του προβλήματος είναι ο προληπτικός έλεγχος σε μαζική κλίμακα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου τέτοιος έλεγχος εφαρμόζεται σε όλους τους αθλητές και αθλούμενους νέους της χώρας από τις αρχές της δεκαετίας του '70, ενώ παράλληλα καταγράφονται τα αίτια αιφνίδιου θανάτου αθλητών. Πρόσφατα δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας σε μεγάλο ιατρικό περιοδικό του εξωτερικού, και έγινε φανερό ότι λόγω του συστηματικού ελέγχου μειώθηκαν μεταξύ των νεαρών αθλουμένων οι αιφνίδιοι θάνατοι από υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, μία νόσο που αποτελεί το πρώτο σε συχνότητα αίτιο αιφνίδιου θανάτου σε αθλητές κάτω των 35 ετών. Δεν συνέβη όμως το ίδιο στους νέους που δεν αθλούνταν, μια και αυτοί δεν είχαν υποβληθεί σε προληπτικό έλεγχο.

Η μέθοδος και οι εξετάσεις που απαιτούνται για τον έλεγχο των αθλούμενων νέων αποτελούν αντικείμενο διχογνωμίας μεταξύ των καρδιολόγων, διεθνώς. Ο λόγος είναι ότι το κόστος του καρδιολογικού ελέγχου ενός υγιούς στην πλειονότητα του πληθυσμού φαίνεται εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με την ωφέλεια από την πρόληψη μερικών αιφνίδιων θανάτων. Έτσι, στην Ευρώπη το ηλεκτροκαρδιογράφημα κρίνεται απαραίτητο, ενώ στην Αμερική, όπου επικρατεί περισσότερο η λογική κόστους-ωφέλειας, θεωρείται ότι αρκεί η λήψη του ιστορικού (ατομικού και οικογενειακού) και η κλινική εξέταση του αθλητή.

Για να αξιολογηθούν τα μέσα με τα οποία πρέπει να γίνεται ο προληπτικός έλεγχος των αθλητών, ελέγξαμε 380 αθλούμενους νέους από την ακαδημία ποδοσφαίρου των Άνω Λιοσίων με λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, κλινική εξέταση, ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχογράφημα. Από αυτόν τον "πιλότο" φάνηκε ότι το ηλεκτροκαρδιογράφημα και η κλινική εξέταση αρκούν για να ξεχωρίσουν αυτούς τους αθλητές που έχουν κάποιο καρδιολογικό πρόβλημα. Το υπερηχογράφημα δεν είναι απαραίτητο ως εξέταση ρουτίνας, αλλά βοηθά στην περαιτέρω διερεύνηση και τον καθορισμό της τελικής διάγνωσης. Το οικογενειακό ιστορικό εφιστά την προσοχή για πιο μεθοδικό έλεγχο του αθλητή.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό πόσο σημαντικό είναι να ελέγχονται καρδιολογικά οι νέοι που αθλούνται ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ο πληθυσμός συνεχώς γηράσκει και το δημογραφικό πρόβλημα διογκώνεται, μην αφήνοντας περιθώρια για απώλεια νέων ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, η συνεχής πρόοδος της ιατρικής εξασφαλίζει μακροβιότητα σε ανθρώπους που παλαιότερα στιγματίζονταν από τη διάγνωση μιας ασθένειας συνυφασμένης με την υψηλή πιθανότητα αιφνίδιου θανάτου.

Ο καρδιολογικός έλεγχος στα παιδιά είναι πολύ σημαντικός, γιατί παρ’ όλο που τα παιδιά αποτελούν μια πληθυσμιακή ομάδα όπου οι καρδιαγγειακές παθήσεις εμφανίζονται σε πολύ χαμηλή συχνότητα, εν τούτοις η τυχόν ύπαρξής τους έχει τεράστιο οικογενειακό και κοινωνικό αντίκτυπο.

Ο καρδιολογικός έλεγχος περιλαμβάνει:

  • Τη λήψη ιστορικού, όπου εξετάζεται το ατομικό ιστορικό του παιδιού, το οικογενειακό ιστορικό και των δύο γονέων (με έμφαση στην ύπαρξη καρδιοπάθειας σε μικρή ηλικία), η λήψη φαρμάκων καθώς και η ύπαρξη συμπτωμάτων. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δίδεται σε συμπτώματα όμως προκάρδιο άλγος ή απώλεια αισθήσεων που εμφανίζονται κατά την διάρκεια σωματικής άσκησης.

  • Τη κλινική εξέταση για τυχόν ανεύρεση φυσημάτων ή άλλων σημείων που μπορεί να υποδηλώνουν μία καρδιοπάθεια.

  • Το ηλεκτροκαρδιογράφημα

Αν με τον βασικό αυτό έλεγχο βρεθούν κάποια ύποπτα σημεία, ενδεχόμενως να χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση (π.χ. υπερηχογράφημα καρδιάς, Holter ρυθμού, ακτινογραφία θώρακος). Ο έλεγχος αυτός καλό είναι να επαναλαμβάνεται κάθε 2-3 χρόνια καθώς υπάρχουν κάποιες καρδιακές παθήσεις σπανιότατες μεν υπαρκτές δε (με κύριο εκπρόσωπο την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια) που μπορεί να δώσουν τα πρώτα σημεία ύπαρξή τους στην ηλικία των 15 ετών, ενώ μέχρι τότε να μην είχαν δώσει κανένα κλινικό, ηλεκτροκαδιογραφικό ή έστω και υπερηχογραφικό εύρημα. Η πρόοδος της γενετικής ελπίζεται ότι θα βοηθήσει πολύ στην διάγνωση και στην αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων σε βρεφική ηλικία.